Vinitaly 2013 | Cretan Food News
Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Vinitaly 2013

Vinitaly 2013

Γράφει για την CFN ο Μάνος Τσεσματζόγλου - Sommelier

Αν και έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που βρέθηκα στην Ιταλία (Απρίλιος), και μεσολάβησαν πολλά από τότε μέχρι τώρα στην επαγγελματική μου ζωή, πιστεύω πως ήρθε τελικά η ώρα να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις από το ταξίδι μου.

Πρέπει να ξεκινήσω ασφαλώς ευχαριστώντας τον φίλο και συνεργάτη μου Γιάννη Σιγανό για την ευκαιρία που μου έδωσε να τον συνοδεύσω στην έκθεση Vinitaly στην Βερόνα. Μια έκθεση που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο σε αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη του ιταλικού βορά μεταξύ Μιλάνου και Βενετίας.

Η έκθεση αυτή γίνεται κάθε χρόνο στις αρχές Απριλίου, για τέσσερις μέρες, τα τελευταία 47 χρόνια, καταλαμβάνοντας έναν χώρο 95.500 τ.μ σε δώδεκα αίθουσες με περισσότερους από 4.200 εκθέτες και πάνω από 140.000 επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Οι εκθέτες είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ιταλοί παραγωγοί κρασιού, χωρίς όμως να λείπουν και αντίστοιχοι παραγωγοί ελαιόλαδου, τρούφας, τυριών κοκ. Για να μπορέσουμε λίγο να κατανοήσουμε το μέγεθος ας φανταστούμε ότι μία αίθουσα που έχει για παράδειγμα εκθέτες από την Τοσκάνη είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος από την αίθουσα που γίνονται τα αντίστοιχα  Διονύσια στο Ζάππειο.

Η οργάνωση των ιταλών δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας μια καί τα πάρκινγκ τους ήταν μικρά, με λάσπες και αρκετά μακριά από τον χώρο διεξαγωγής της έκθεσης. Ενημερωτικά φυλλάδια, προγράμματα, μπλοκ σημειώσεων και μολύβια έπρεπε να πληρώσεις για να τα προμηθευτείς. Ωστόσο με το που έμπαινες στο εσωτερικό γινόταν εύκολα αντιληπτό ότι έχεις έρθει στην χώρα του γκλάμουρ, του στυλ και της φινέτσας. Από τον τρόπο που ήταν ντυμένος ο κόσμος μέχρι τη διακόσμηση και το στήσιμο που είχαν όλα τα “περίπτερα” μια και ορισμένα μόνο τέτοια δεν θα τα χαρακτήριζες. Πιο πολύ σε μπαρ ή κλάμπ φέρνανε πάρα σε αυτό που φανταζόμαστε εμείς ως περίπτερα εκθετών. Πραγματικά άλλη διάσταση.

Επειδή η έκθεση αυτή είναι πραγματικά αχανής, αποφάσισα να επικεντρώσω την προσοχή μου στην περιοχή του Πιεμόντε, κατά κύριο λόγο, και να αφεθώ στη μαγεία των υπέροχων στιβαρών, ιδιαίτερων και πολύπλοκων Barolo και Barbaresco. Τρεις από τις τέσσερις συνολικά μέρες μου τις αφιέρωσα στο να δοκιμάζω όσο περισσότερα κρασιά μπορούσα από την επαρχία αυτή του Τορίνο. Αναφερόμαστε σε κρασιά ερυθρά πλούσια σε ταννίνες και οξύτητα, με αρώματα, ξύλου, μπαχαρικών, κάστανου, καπνού, καφέ, βανίλιας και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Υψηλόβαθμα σε αλκοόλ, 14-15 βαθμούς τα περισσότερα, με βαθύ κόκκινο και κεραμιδί χρώμα, τουλάχιστον πέντε χρόνια το καθένα από την χρονιά παραγωγής τους. Δύσκολο να ξεχωρίσεις τα κορυφαία ανάμεσα τους. Δεν θα παραλείψω πάντως να αναφέρω κάποιους παραγωγούς που μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση τα κρασιά τους όσον αφορά την σχέση ποιότητας τιμής. Τέτοιοι ήταν οι Vajra, Oddero, Vietti, Giaccosa και ο κορυφαίος όλων κατά την άποψη μου ο Aurelio Paladino.

Ασφαλώς και ξέκλεψα λίγο χρόνο για να δοκιμάσω και λίγο από Τοσκάνη. Κρασιά εξαιρετικά μεν χωρίς να μπορούν  να συγκριθούν όμως με αυτά του πιεμόντε ως προς την πολυπλοκότητα τους. Αποκάλυψη επίσης για μένα ήταν και τα λευκά του Alto Adige, της περιοχής του νοτίου Τυρόλο (Τρέντο). Είναι μια γερμανόφωνη περιοχή της ιταλίας στα σύνορα με την αυστρία, η οποία φημίζεται για τα εξαιρετικά λευκά της. Κρασιά λευκά φρέσκα, με ελάχιστη έως καθόλου χρήση βαρελιού, χρυσαφένια χρώματα και έντονα ανθώδη και φρουτώδη αρώματα.

Σε γενικές γραμμές αυτό που παρατήρησα στην ιταλία ήταν ότι δεν χρησιμοποιούν συχνά βαρέλι στα λευκά τους. Προτιμούν να τα καταναλώνουν φρέσκα. Δεν είναι πολύ φίλοι του ροζέ, συνάντησα ελάχιστα ροζέ σε όλη την έκθεση και ο λόγος από όσο μου είπαν ορισμένοι είναι ότι το ροζέ δεν εκφράζει πολύ τον ιδιαίτερο χαρακτήρα (teroir) της κάθε περιοχής. Φυσικά και δεν ασπάζομαι την άποψη τους μια και δηλώνω μεγάλος φίλος του ροζέ. Είναι τοπικιστές. Σε κάθε περιοχή, το κάθε εστιατόριο, έχει τουλάχιστον 40 ετικέτες από τις οποίες οι 36 είναι από τοπικούς παραγωγούς. Δεν θα βρει εύκολα κανείς σε μια τρατορία της βερόνα για παράδειγμα, κρασί από το πιεμόντε. Στο χωριό που μέναμε λίγο έξω από τη βερόνα, σε μια οστερία που έτυχε να φάμε είχε ακόμα και Lambrusco επειδή βρισκόμασταν  στη ζώνη παραγωγής του. Αγαπούν το ποιοτικό επώνυμο, εμφιαλωμένο κρασί και το στηρίζουν έμπρακτα. Δεν θα βρει κανείς εύκολα χύμα κρασί, γιατί πολύ απλά κανένας δεν θα το προτιμήσει. Φυσικά οι παραλληλισμοί με το τι γίνεται στον τόπο μας δεν μας συμφέρει να αναφερθούμε καν.

Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω μια ειδική αναφορά στον φίλο και μέντορα μου στο θέμα του κρασιού Tanno Simonato. Ιδιοκτήτης και σεφ του εστιατορίου “Tanno passa mi l' Olio” στο Μιλάνο, ένας πραγματικά μεγάλος δημιουργός και “Performer” στον χώρο της ιταλικής εστίασης. Αν και δεν είμαι πολύ μεγάλος θαυμαστής της πόλης του Μιλάνου, εντούτοις την έχω επισκεφτεί, για διάφορους λόγους αρκετές φορές. Το συγκεκριμένο εστιατόριο είναι ένας λόγος για να επισκεφτεί κανείς την πόλη αυτή. Για όσους είναι λάτρεις της υψηλής γαστρονομίας και έχουν να διαθέσουν γύρω στα 100 ευρώ το άτομο για κάτι μοναδικό στον τομέα αυτό, αξίζει τον κόπο να κάνουν μια στάση σε αυτή την αστική περιοχή της πρωτεύουσας της Λομβαρδίας. Αξίζει τον κόπο.